Δωρόθεος

Δωρόθεος
I
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Αργείος χαλκοπλάστης (5ος αι. π.Χ.).
2. Ολύνθιος γλύπτης (1ος αι. π.Χ.). Ήταν γιος του Ηγήσανδρου. Αναφέρεται ως ο δημιουργός αγάλματος του Πομπήιου, την κατασκευή του οποίου του ανέθεσαν το 62 π.Χ. οι Μυτιληναίοι, ως έκφραση ευγνωμοσύνης για τις ελευθερίες που τους παραχώρησε ο Ρωμαίος στρατηγός.
3. Ζωγράφος (1ος αι. μ.Χ.). Κατά διαταγή του Νέρωνα, αντέγραψε τον περίφημο πίνακα του Απελλού Αναδυόμενη Αφροδίτη, που κινδύνευε να καταστραφεί από την πολυκαιρία.
4. Δ. ο Ασκαλωνίτης (1ος αι. μ.Χ.). Γραμματικός που έζησε στα χρόνια του Αυγούστου. Έγραψε το έργο Αττικαί λέξεις Λέξεων συναγωγή.
5. Αστρολόγος (1ος-2ος αι. μ.Χ.). Καταγόταν από τη Σιδώνα.
II
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Δ. ο πρεσβύτερος (3ος-4ος αι. μ.Χ.). Μαρτύρησε στα χρόνια του Μαξιμιανού. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Νεομβρίου.
2. Δ. ο πρεπόσιτος (3ος-4ος αι. μ.Χ.). Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό στη Νικομήδεια στα χρόνια του Μαξιμιανού. Η μνήμη του τιμάται στις 28 Δεκεμβρίου.
3. Επίσκοπος Τύρου (4ος αι. μ.Χ.). Σοφός ιεράρχης που πέθανε από τα βασανιστήρια στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Ιουνίου.
4 & 5. Δ. ο όσιος και Δ. ο υποτακτικός του (6ος αι. μ.Χ.). Ασκητές στη μονή του Αββά Σερίδου, κοντά στη Γάζα. Η μνήμη τους τιμάται στις 13 Αυγούστου. Ο Δ. ο όσιος καταγόταν από μεγάλη οικογένεια της Παλαιστίνης. Σε αυτόν αποδίδονται και ορισμένα θρησκευτικά συγγράμματα. Μετά τον θάνατο του αβά Σερίδου έγινε ηγούμενος της μονής.
III
Όνομα λογίων.
1.Βυζαντινός νομομαθής (6ος αι. μ.Χ.). Διετέλεσε καθηγητής στη νομική σχολή της Βηρυτού και δίδαξε, πιθανώς ως αντικαταστάτης του Θεόφιλου, στη νομική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Συνεργάστηκε με τον Τριβωνιανό και τον Θεόφιλο για τη σύνταξη των Εισηγήσεων και πήρε μέρος στην επιτροπή που συνέταξε τον Πανδέκτη, στον οποίο έγραψε υπομνήματα που ονομάστηκαν Πίναξ (Index) και εκδόθηκαν το 542. Πρόκειται για πιστή μετάφραση του λατινικού κειμένου του Πανδέκτη και γι’ αυτό στα σχόλια των Βασιλικών ο Πίνακας αναφέρεται χαρακτηριστικά ως «το ρητόν», δηλαδή η κατά λέξη μετάφραση. Από το έργο αυτό άντλησε προφανώς τις πηγές του και ο συγγραφέας των Ροπών και ο Ι. Κωβαίος για να γράψει το Ποινάλιό του.
2. Δ. ο Λέσβιος (18ος αι.). Σχολάρχης της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Λίγα στοιχεία για τη ζωή του είναι γνωστά· βέβαιο είναι, πάντως, ότι υπηρέτησε ως σχολάρχης της Μεγάλης του Γένους Σχολής από το 1726 έως το 1759, με μια μικρή διακοπή. Ήταν συγχρόνως και μέγας πρωτοσύγκελος του πατριαρχείου. Από τα κείμενά του (σχεδόν όλα ανέκδοτα) φαίνεται ότι o Δ. ασχολήθηκε ιδιαίτερα με ζητήματα αστρονομίας και φυσικής, στα οποία απηχεί τις πρώιμες επιδράσεις της νεότερης φυσικής στον ελληνικό χώρο. Οι τίτλοι ορισμένων πραγματειών του είναι ενδεικτικοί: Απορίαι προς την κατά Πυθαγορείους τε και Κοπέρνικον της γης κίνησιν, Περί εντόμων, ότι ουκ εκ σπέρματος κατά τους νεότερους, αλλ’ εκ σήψεως, Περί κινήσεως της γης ή περί της έλξεως (με αναφορές στη σχετική θεωρία του Νεύτωνα).
IV
Όνομα ιεραρχών της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Μητροπολίτης Μονεμβασίας (17ος αι.). Φέρεται ως συγγραφέας ενός λαϊκού ιστορικού έργου, του λεγόμενου Χρονογράφου του Δωροθέου. Ο ακριβής τίτλος του έργου, ενδεικτικός και του περιεχομένου του, είναι Βιβλίον ιστορικόν περιέχον εν συνόψει διαφόρους και εξόχους ιστορίας, αρχόμενον από κτίσεως κόσμου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και επέκεινα, συλλεχθέν μεν εκ διαφόρων ακριβών ιστοριών και εις κοινήν γλώσσαν μεταγλωττισθέν παρά του ιερωτάτου μητροπολίτου Μονεμβασίας κυρίου Δωροθέου.
To σύγγραμμα αυτό παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με ανάλογα χρονογραφικά έργα των τελευταίων δεκαετιών του 16ου αι., τα οποία φαίνεται ότι κατάγονται από κάποιο κοινό πρότυπο που στο μεταξύ χάθηκε. Το έργο Χρονογράφος του Δωροθέου τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1631 και από τότε έως τα μέσα του 19ου αι. ανατυπώθηκε ή επανεκδόθηκε περισσότερες από είκοσι φορές. Συγχρόνως κυκλοφορούσε ευρύτατα και σε χειρόγραφα. Υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα των χρόνων της τουρκοκρατίας και συνετέλεσε στη συντήρηση της ιστορικής μνήμης του ελληνικού λαού. Σώζονται επίσης τα συγγράμματα του Δ.: Δημοδιδασκαλίαι, Επιστολαί, Ρήματα διάφορα εν συντόμω. Το έργο του γενικά είχε μεγάλη επίδραση στους μοναστικούς κύκλους και συνέβαλε στην οργάνωση της κοινοβιακής ζωής.
2. Σχολάριος (Βενδίστη Καλαμπάκας 1812 – Αθήνα 1888). Μητροπολίτης Σωζοαγαθουπόλεως (1852-;), Δημητριάδος (1856-70) και Λαρίσης (Απρίλιος-Νοέμβριος 1870). Υπήρξε επίσης αξιόλογος εκκλησιαστικός συγγραφέας και ευεργέτης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και το 1852 διορίστηκε διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής, θέση την οποία εγκατέλειψε τον ίδιο χρόνο, ύστερα από την εκλογή του ως μητροπολίτη Σωζοαγαθουπόλεως. Με την ιδιότητα του μητροπολίτη Δημητριάδος συμπεριλήφθηκε, το 1862, στη συντακτική επιτροπή των εθνικών κανονισμών. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου από το 1875 ασχολήθηκε με τη συγγραφή εκκλησιαστικών συγγραμμάτων. Εξέδωσε τα έργα Κλεις Πατρολογίας (1879), Ταμείον Πατρολογίας (1883-87) και Έργα και ημέραι (1887). Μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με τη διαθήκη του, κληροδότησε 150.000 δρχ. στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο τον ανακήρυξε ευεργέτη του, και άλλα ποσά σε διάφορα ιδρύματα κοινής ωφελείας, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Στην Τρίκκη δώρισε τη βιβλιοθήκη του, καθώς και ποσό με το οποίο ιδρύθηκε εκεί η Δωροθέα Σχολή.
3. Κοτταράς (Ύδρα 1888 – Στοκχόλμη 1957). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος (1956-57). Χειροτονήθηκε διάκονος το 1910 και μητροπολίτης Κυθήρων το 1922. Το 1935 μετατέθηκε στη μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνα. Χρημάτισε σύμβουλος διαφόρων οργανισμών και οικονομικός επίτροπος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως αρχιεπίσκοπος επεδίωξε τη ματαίωση της σύναψης κονκορδάτου μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του Βατικανού και συγκάλεσε στην Αθήνα το Α’ συνέδριο ιεροκηρύκων. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Εκκλησιαστικά κηρύγματα (1949-55), Η εξέλιξις του αναπαλλοτρίωτου της εκκλησιαστικής περιουσίας (1951), Νομοκανονικαί έρευναι (1951-52), Ακολουθίαι εις αγίους Γεδεών και Αχίλλειον (1936-53), Ονοματοδοσία Αναβαπτισμός (1953) και Τινά περί της μοναχικής κουράς (1955).
4.Στέκας (Μύκονος 1913 – 2001). Μητροπολίτης Σύρου, Άνδρου, Τήνου, Κέας και Μήλου (1965-2001). Σπούδασε στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1937). Το 1934 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1940 πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στη μητρόπολη Σύρου (1940-65), ενώ διετέλεσε ηγούμενος στη μονή Τουρλιανής Τήνου (1943-65). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής περιέθαλψε και στη συνέχεια βοήθησε αρκετούς Έλληνες και Άγγλους να διαφύγουν.
Για την αντιστασιακή του δράση έλαβε αρκετές τιμητικές διακρίσεις από την Πολιτεία και την Εκκλησία. Το 1965 εξελέγη μητροπολίτης Σύρου, Άνδρου, Τήνου, Κέας και Μήλου, όπου ανέπτυξε σημαντική πνευματική, κοινωνική και φιλανθρωπική δράση.
5. Πολυκανδριώτης (Μύκονος 1953 –). Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου (2002-). Σπούδασε στη θεολογική και στη νομική σχολή (τμήμα πολιτικών επιστημών και δημόσιας διοίκησης) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1978 πρεσβύτερος. Υπηρέτησε, αρχικά, ως ιεροκήρυκας στη μητρόπολη Σύρου και στη συνέχεια, το 1988, μετακλήθηκε στην Αθήνα και διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, μέλος συνοδικών επιτροπών, επιμελητής των Διπτύχων της Εκκλησίας της Ελλάδος, γραμματέας διαφόρων συνοδικών επιτροπών κλπ. Διετέλεσε, επίσης, διευθυντής του Μαθητικού Οικοτροφείου Ερμουπόλεως και της Κυκλαδικής Φοιτητικής Εστίας Αθηνών, εκδότης της εφημερίδας Ενοριακή Ευθύνη, υπεύθυνος Επιτροπών Αναστυλώσεων Μοναστηριών κλπ. Ως ιεροκήρυκας έχει αναπτύξει σημαντικό ποιμαντικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο. Έγραψε δεκάδες βιβλία, κυρίως ιστορικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου.
Ο μητροπολίτης Σύρου, Άνδρου, Τήνου, Κέας και Μήλου (1965-2001) Δωροθέος (φωτ. ΑΠΕ).
V
Όνομα πατριαρχών Αντιοχείας.
1. Δ. Α’ (15ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1436-54). Διαδέχτηκε τον πατριάρχη Μάρκο Β’ στον πατριαρχικό θρόνο. Υπήρξε ένας από τους φανατικούς αντιπάλους των αποφάσεων της συνόδου της Φλωρεντίας το 1439. Μαζί με τους πατριάρχες των Ιεροσολύμων και της Αλεξανδρείας, Ιωακείμ και Φιλόθεο, συμμετείχε στη σύνοδο των Ιεροσολύμων (1443), η οποία καταδίκασε τις συμφωνίες της Φλωρεντίας μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Καθαίρεσε τον λατινόφρονα πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, Μητροφάνη, καθώς και όλους τους κληρικούς που είχαν χειροτονηθεί από αυτόν. Ο Δ. Α’ πρωτοστάτησε επίσης στη σύνοδο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία, το 1450, καθαίρεσε και τον διάδοχο του Μητροφάνη, Γρηγόριο τον της Μαμμής, εξέλεξε στον πατριαρχικό θρόνο τον Αθανάσιο και επανέλαβε την καταδίκη της συνόδου της Φλωρεντίας.
2. Δ. B’ (15ος-16ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1480; – αρχές 16ου αι.). Ήταν γνωστός και ως Ιμπν αλ Σαμπούνι (= γιος του σαπωνοποιού).
3. Δ. Γ’ (16ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1530-31).
4. Δ. Δ’ (17ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1604-12). Ήταν γνωστός και με το όνομα Ιμπν αλ Αχμάρ (= γιος του Κόκκινου).
VI
Όνομα πατριαρχών Ιεροσολύμων.
1. Δ. Α’ (14ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1376-1417). Ακολούθησε αρχικά τον μοναστικό βίο στο Άγιον Όρος και στη μονή του Άγιου Σάββα των Ιεροσολύμων. Στη διάρκεια της θητείας του στο πατριαρχείο, κατά τη διακυβέρνηση του επικυρίαρχου της Παλαιστίνης Μαμελούκου σουλτάνου Μελέκ Φάραγκ ιμπν Μπαρκούκ (1398-1405), ο Δ. A’ κατόρθωσε να αποσπάσει από αυτόν διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζονταν στο πρόσωπο του πατριάρχη και των διαδόχων του τα δικαιώματα της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας στους Άγιους Τόπους. Το διάταγμα αυτό ανανεώθηκε και από τον επόμενο σουλτάνο Αμπντ ελ Αζίζ ιμπν Μπαρκούκ (1405-12), ο οποίος, ύστερα από επιστολή του Μανουήλ B’ του Παλαιολόγου, το 1411, παραχώρησε στο πατριαρχείο των Ιεροσολύμων πλήρη θρησκευτική ελευθερία και προστασία. Σύμφωνα με τον Αθηνών Χρυσόστομο, ο Δ. Α’ πρωτοστάτησε στο έργο της αντιγραφής και της συντήρησης των χειρογράφων της πατριαρχικής βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων και, γενικά, υποστήριξε κάθε προσπάθεια πνευματικής αναγέννησης. Παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο υπέρ του βοηθού και προστατευόμενού του, Θεόφιλου B’.
2. Δ. B’ ο Αττάλας (16ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1505-43). Όταν ο Οθωμανός σουλτάνος Σελίμ Α’ κυρίευσε την Παλαιστίνη το 1517, ο Δ. B’ κατόρθωσε να εξασφαλίσει από αυτόν την αναγνώριση των δικαιωμάτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Δωρόθεος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πρώιος, Δωρόθεος — (Χίος 1765; – Μέγα Ρεύμα Βοσπόρου 1821). Λόγιος μητροπολίτης Aδριανουπόλεως και σχολάρχης της πατριαρχικής σχολής Κωνσταντινούπολης. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στην πατρίδα του και στην Πατμιάδα, παρακολούθησε πανεπιστημιακά, μαθήματα φιλοσοφίας… …   Dictionary of Greek

  • Δωροθέου — Δωρόθεος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δωροθέῳ — Δωρόθεος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δωρόθεε — Δωρόθεος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δωρόθεον — Δωρόθεος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВЕЛИКАЯ ЛАВРА — Великая Лавра[греч. Μεγίστη Λαύρα τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου], муж. общежительный, древнейший из существующих мон рей на горе Афон. Первоначально был посвящен Благовещению Божией Матери, в XV в. переименован в честь прп. Афанасия Афонского (ок. 925/30… …   Православная энциклопедия

  • ИВЕРСКИЙ МОНАСТЫРЬ — [Ивирон, Иверон; груз. ივირონ; греч. ῾Ιερὰ Μονὴ ᾿Ιβήρων], в честь Успения Пресв. Богородицы на Афоне, муж. Грузинский культурно просветительный центр, в наст. время один из крупнейших греч. мон рей Афона, 3 й после Великой Лавры и Ватопеда.… …   Православная энциклопедия

  • Дорофей (архиепископ Афинский) — В Википедии есть статьи о других людях с именем Дорофей. Архиепископ Дорофей Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος Архиепископ Афинский и всея Эллады 1 апреля …   Википедия

  • Дорофей — (греч. Δωρόθεος) греческое Род: муж Этимологическое значение: «Дар божий» Иноязычные аналоги: англ. Dorotheus …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”